Οι δικαιοπραξίες που διενεργεί ένας έμπορος στο πλαίσιο της άσκησης της εμπορικής του δραστηριότητας χαρακτηρίζονται, κατά τον γερμανικό Εμπορικό Κώδικα, ως εμπορικές συναλλαγές (§ 343 HGB)• η § 344 HGB θεσπίζει τεκμήριο ότι οι δικαιοπραξίες που διενεργεί ένας έμπορος εντάσσονται πάντοτε στην εμπορική του δραστηριότητα.
Οι ειδικοί συμβατικοί τύποι που απαντώνται συχνά στην πράξη — η εμπορική πώληση, η σύμβαση παραγγελίας και οι συναλλαγές μεταφοράς, διαμεταφοράς και αποθήκευσης — παρουσιάζονται κατωτέρω, μαζί με τα αντίστοιχά τους στο ελληνικό δίκαιο.
α) Εμπορική πώληση
Εμπορική πώληση είναι η εμπορική συναλλαγή που έχει ως αντικείμενο την αγορά εμπορευμάτων ή κινητών αξιών (τίτλων), η οποία διενεργείται από τουλάχιστον έναν έμπορο για τους σκοπούς της εμπορικής του δραστηριότητας. Σε αντίθεση με την απλή αστική πώληση, η εμπορική πώληση συνάπτεται εξ ορισμού από τουλάχιστον έναν έμπορο για τον σκοπό αυτόν. Κατά το γερμανικό δίκαιο, πέραν των γενικών διατάξεων του Αστικού Κώδικα, εφαρμόζονται οι ειδικοί κανόνες των §§ 373 επ. HGB — ιδίως η υποχρέωση εξέτασης και έγκαιρης γνωστοποίησης ελαττωμάτων του αγοραστή κατά την § 377 παρ. 1 HGB (άμεσος έλεγχος και γνωστοποίηση ελαττωμάτων μετά την παράδοση), τα διευρυμένα δικαιώματα του πωλητή σε περίπτωση υπερημερίας παραλαβής του αγοραστή (κατάθεση, πώληση για λογαριασμό του υπερήμερου, § 373 HGB), καθώς και οι κανόνες περί πώλησης με ρητή προθεσμία παράδοσης.
Κατά το ελληνικό δίκαιο, δεν υφίσταται έως σήμερα ειδικό νομοθετικό καθεστώς για την εμπορική πώληση• εφαρμόζονται αντ’ αυτού οι γενικές διατάξεις του Αστικού Κώδικα (συμπεριλαμβανομένων των άρθρων 513 επ. ΑΚ για τη σύμβαση πώλησης) — με την παραδοχή, πάντως, ότι οι διατάξεις προστασίας καταναλωτή (ιδίως ο Ν. 2251/1994 για την προστασία των καταναλωτών) δεν εφαρμόζονται σε πώληση μεταξύ εμπόρων.
Καθοριστική πρακτική σημασία για την εμπορική πώληση μεταξύ δύο εμπόρων έχει η υποχρέωση του αγοραστή να ελέγξει άμεσα τα εμπορεύματα κατά την παράδοση. Εάν διαπιστωθεί ελάττωμα, πρέπει να γνωστοποιηθεί αμελλητί στον πωλητή• διαφορετικά, τα εμπορεύματα θεωρούνται κατά κανόνα ότι έχουν γίνει αποδεκτά — εκτός αν το ελάττωμα δεν ήταν ευλόγως ανιχνεύσιμο. Η λεγόμενη αυτή υποχρέωση γνωστοποίησης ελαττωμάτων ρυθμίζεται κατά το γερμανικό δίκαιο από την § 377 παρ. 1 HGB. Περαιτέρω ειδικοί κανόνες αφορούν τη διεύρυνση των δικαιωμάτων του πωλητή σε περίπτωση υπερημερίας παραλαβής του αγοραστή (§ 373 HGB) και την πώληση με ρητή προθεσμία παράδοσης.
β) Σύμβαση παραγγελίας
Στη σύμβαση παραγγελίας, ο παραγγελιοδόχος αναλαμβάνει, σε εμπορική βάση, να αγοράζει ή να πωλεί εμπορεύματα ή κινητές αξίες στο δικό του όνομα αλλά για λογαριασμό τρίτου (του εντολέα), έναντι προμήθειας. Γίνεται διάκριση μεταξύ της σύμβασης παραγγελίας (της εσωτερικής σχέσης μεταξύ παραγγελιοδόχου και εντολέα) και της συναλλαγής εκτέλεσης (της εξωτερικής σχέσης με τον τρίτο)• μετά την εκτέλεση της συναλλαγής ακολουθεί η συναλλαγή εκκαθάρισης (καταβολή της προμήθειας και απόδοση λογαριασμού για το τίμημα πώλησης). Ο παραγγελιοδόχος δεσμεύεται από τις εντολές του εντολέα, ιδίως ως προς την τιμή. Κατά το γερμανικό δίκαιο, οι σχετικοί κανόνες βρίσκονται στις §§ 383 επ. HGB.
Κατά το ελληνικό δίκαιο, η σύμβαση παραγγελίας ρυθμίζεται χωριστά στα άρθρα 90 επ. του Εμπορικού Νόμου (Εμπ.Ν. του 1835): το άρθρο 90 ορίζει τον παραγγελιοδόχο ως το πρόσωπο που ενεργεί στο δικό του όνομα, ή υπό εμπορική επωνυμία, για λογαριασμό εντολέα. Όταν ο παραγγελιοδόχος ενεργεί αντιθέτως στο όνομα του εντολέα (άμεση αντιπροσώπευση), το άρθρο 91 Εμπ.Ν. παραπέμπει επιπλέον στις αστικές διατάξεις περί εντολής (άρθρα 713 επ. ΑΚ) και, ανάλογα με τη ρύθμιση, στις διατάξεις περί σύμβασης έργου ή παροχής υπηρεσιών. Η προσφυγή στον Ν. 4072/2012 δεν έχει εφαρμογή εδώ• ο νόμος αυτός αφορά ξεχωριστά ζητήματα εταιρικού δικαίου και δικαίου διανοητικής ιδιοκτησίας.
γ) Συναλλαγές μεταφοράς (μεταφορά, διαμεταφορά και αποθήκευση)
Στη συναλλαγή μεταφοράς, ο μεταφορέας αναλαμβάνει, με σύμβαση μεταφοράς, να μεταφέρει καθορισμένα εμπορεύματα σε τόπο προορισμού και να τα παραδώσει εκεί• ο αποστολέας αναλαμβάνει σε αντάλλαγμα να καταβάλει τον συμφωνηθέντα ναύλο. Οι κύριες υποχρεώσεις του μεταφορέα είναι η μεταφορά και η παράδοση. Κατά το γερμανικό δίκαιο, οι σχετικοί κανόνες βρίσκονται στις §§ 407 επ. HGB.
Κατά το ελληνικό δίκαιο, η ευθύνη του μεταφορέα ρυθμίζεται από τον Εμπορικό Νόμο, ιδίως τα άρθρα 97 επ., και ειδικότερα τα άρθρα 102–105 και 107 Εμπ.Ν.: βάσει των διατάξεων αυτών, ο μεταφορέας ευθύνεται για την απώλεια ή τη ζημία των μεταφερόμενων εμπορευμάτων από την παραλαβή τους έως την παράδοσή τους, εκτός αν η απώλεια ή η ζημία οφείλεται σε ανωτέρα βία. Στις διασυνοριακές οδικές μεταφορές εφαρμόζονται επιπλέον διεθνείς συμβάσεις όπως η CMR (την οποία έχει κυρώσει η Ελλάδα) και, ως ειδικότερο δίκαιο, παραμερίζουν σε μεγάλο βαθμό τις εθνικές διατάξεις.
Σε αντίθεση με τη συνήθη χρήση του όρου, η συναλλαγή διαμεταφοράς πρέπει να διακρίνεται από τη συναλλαγή μεταφοράς: ο διαμεταφορέας δεν εκτελεί ο ίδιος τη μεταφορά, αλλά οργανώνει την αποστολή και συνάπτει τις προς τούτο αναγκαίες συμβάσεις. Ο διαμεταφορέας ενεργεί συνεπώς ως οργανωτής, αναζητώντας για λογαριασμό του πελάτη την πλέον συμφέρουσα διαδρομή στην αγορά ναύλων. Κατά το γερμανικό δίκαιο, αυτό ρυθμίζεται από τις §§ 453 επ. HGB, ως εμπορική ειδική περίπτωση της σύμβασης εντολής.
Κατά το ελληνικό δίκαιο, δεν υφίσταται ειδική νομοθετική κωδικοποίηση για τη σύμβαση διαμεταφοράς• αντιμετωπίζεται ως σύμβαση εντολής ιδιόρρυθμου χαρακτήρα βάσει των γενικών αστικών διατάξεων (συμπεριλαμβανομένων εκείνων περί εντολής, άρθρα 713 επ. ΑΚ) και διαμορφώνεται στην πράξη κυρίως από τους κλαδικούς γενικούς όρους συναλλαγών των διαμεταφορέων (Γενικοί Όροι Διαμεταφοράς) και, για τη διασυνοριακή μεταφορά, από τις οικείες διεθνείς συμβάσεις μεταφορών.
Η σύμβαση αποθήκευσης έχει ως αντικείμενο την εμπορική φύλαξη εμπορευμάτων για ορισμένο χρονικό διάστημα. Ο αποθηκευτής αναλαμβάνει την αποθήκευση και τη φύλαξη, και ο καταθέτης αναλαμβάνει να καταβάλει την αμοιβή. Ο καταθέτης υπόκειται σε παρεπόμενες υποχρεώσεις, μεταξύ των οποίων: υποχρέωση συσκευασίας και σήμανσης των εμπορευμάτων• υποχρέωση ενημέρωσης (ιδίως για επικίνδυνα εμπορεύματα)• και υποχρέωση έκδοσης των σχετικών εγγράφων. Ο αποθηκευτής υπόκειται, πέραν της υποχρέωσης φύλαξης, σε υποχρεώσεις επιμέλειας• κατά το γερμανικό δίκαιο, αυτές ρυθμίζονται ρητά από τις §§ 467 επ. HGB.
Κατά το ελληνικό δίκαιο, οι αντίστοιχες υποχρεώσεις — τουλάχιστον για την ίδρυση και λειτουργία αδειοδοτημένων γενικών αποθηκών — απορρέουν από το Ν.Δ. 3077/1954 «Περί Γενικών Αποθηκών». Το νομοθετικό αυτό διάταγμα, παρά την παλαιότητά του, παραμένει σε ισχύ έως σήμερα και τροποποιήθηκε εν μέρει πλέον προσφάτως, μεταξύ άλλων, με το άρθρο 161 του Ν. 4512/2018• ρυθμίζει, ιδίως, τη διοικητική αδειοδότηση, τη λειτουργία και την ενεχύραση των αποθηκευμένων εμπορευμάτων μέσω αποθετηρίων εγγράφων.

