Δίκαιο Μεταφορών: Γερμανικό, Ελληνικό και Διεθνές Πλαίσιο
Το δίκαιο των μεταφορών περιλαμβάνει τους κανόνες που ρυθμίζουν τη μεταφορά πραγμάτων / εμπορευμάτων. Η παρούσα επισκόπηση αφορά αποκλειστικά τη μεταφορά αγαθών και δεν καλύπτει τη μεταφορά επιβατών ή αποσκευών.
1. Εθνικό δίκαιο: Γερμανία και Ελλάδα
Γερμανία
Στο γερμανικό δίκαιο, οι βασικοί κανόνες για τη μεταφορά εμπορευμάτων περιλαμβάνονται στον Γερμανικό Εμπορικό Κώδικα — Handelsgesetzbuch, HGB — ιδίως στα §§ 407 επ. HGB.
Οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται κυρίως στη μεταφορά αγαθών:
- οδικώς,
- σιδηροδρομικώς,
- με αεροσκάφος,
- μέσω εσωτερικών πλωτών οδών.
Η θαλάσσια μεταφορά ρυθμίζεται χωριστά στο γερμανικό ναυτικό εμπορικό δίκαιο, ιδίως στα §§ 476 επ. HGB.
Πρέπει πάντοτε να λαμβάνεται υπόψη ότι, σε διεθνείς μεταφορές, οι εθνικές διατάξεις του HGB συχνά υποχωρούν υπέρ εφαρμοστέων διεθνών συμβάσεων, όπως η CMR, η CIM/COTIF, η Σύμβαση του Μόντρεαλ ή η CMNI.
Ελλάδα
Στο ελληνικό δίκαιο, οι κανόνες για τη μεταφορά εμπορευμάτων δεν βρίσκονται σε έναν ενιαίο σύγχρονο κώδικα αντίστοιχο του γερμανικού HGB. Σχετικές ρυθμίσεις απαντώνται ιδίως:
- στον Εμπορικό Νόμο — Β.Δ. της 19.4/1.5.1835 — στο μέτρο που οι διατάξεις του εξακολουθούν να ισχύουν,
- στον Αστικό Κώδικα, ιδίως συμπληρωματικά ως προς τις γενικές συμβατικές υποχρεώσεις,
- σε ειδικά νομοθετήματα για επιμέρους είδη μεταφορών,
- στον Κώδικα Ιδιωτικού Ναυτικού Δικαίου, όπως ισχύει μετά τον ν. 5020/2023, για ζητήματα θαλάσσιων μεταφορών,
- στη νομοθεσία για τις οδικές εμπορευματικές μεταφορές και τα logistics,
- στις διεθνείς συμβάσεις που έχουν κυρωθεί από την Ελλάδα και εφαρμόζονται άμεσα ή υπερισχύουν των αντίθετων εθνικών διατάξεων.
Για τις διεθνείς μεταφορές, ιδιαίτερη σημασία έχουν η CMR για τις διεθνείς οδικές μεταφορές, η COTIF/CIM για τις σιδηροδρομικές μεταφορές, η Σύμβαση του Μόντρεαλ για τις αεροπορικές μεταφορές και οι κανόνες του ναυτικού δικαίου για τις θαλάσσιες μεταφορές.
2. Σύμβαση μεταφοράς και σύμβαση διαμεταφοράς
Σύμβαση μεταφοράς
Με τη σύμβαση μεταφοράς, ο μεταφορέας αναλαμβάνει, έναντι αμοιβής, να μεταφέρει συγκεκριμένα αγαθά στον συμφωνημένο τόπο προορισμού και να τα παραδώσει στον παραλήπτη ή σε άλλο δικαιούχο πρόσωπο.
Οι βασικές υποχρεώσεις του μεταφορέα περιλαμβάνουν συνήθως:
- την παραλαβή των εμπορευμάτων,
- την ασφαλή και εμπρόθεσμη μεταφορά τους,
- τη διατήρηση των αγαθών κατά τη διάρκεια της μεταφοράς,
- την παράδοση στον συμφωνημένο προορισμό,
- την τήρηση τυχόν ειδικών οδηγιών του αποστολέα.
Ο αποστολέας ή φορτωτής υποχρεούται να καταβάλει το συμφωνημένο κόμιστρο ή ναύλο και να παρέχει στον μεταφορέα τις αναγκαίες πληροφορίες και έγγραφα.
Σύμβαση διαμεταφοράς
Η σύμβαση διαμεταφοράς διακρίνεται από τη σύμβαση μεταφοράς. Στο γερμανικό δίκαιο ρυθμίζεται στα §§ 453 επ. HGB.
Με τη σύμβαση διαμεταφοράς, ο διαμεταφορέας αναλαμβάνει, έναντι αμοιβής, να οργανώσει την αποστολή των αγαθών. Η κύρια υποχρέωσή του δεν είναι κατ’ ανάγκη η ίδια η φυσική μεταφορά, αλλά η οργάνωση της μεταφορικής διαδικασίας.
Στις υπηρεσίες του διαμεταφορέα μπορεί να περιλαμβάνονται, ανάλογα με τη συμφωνία:
- η επιλογή του κατάλληλου μέσου μεταφοράς,
- η επιλογή μεταφορέων ή υπεργολάβων,
- η σύναψη των αναγκαίων συμβάσεων μεταφοράς,
- η οργάνωση συνδυασμένης ή πολυτροπικής μεταφοράς,
- η ασφάλιση των εμπορευμάτων,
- η συσκευασία και σήμανση,
- ο εκτελωνισμός,
- η προσωρινή αποθήκευση,
- η διαχείριση εγγράφων μεταφοράς.
Στη Γερμανία χρησιμοποιούνται συχνά οι Γενικοί Γερμανικοί Όροι Διαμεταφορέων — Allgemeine Deutsche Spediteurbedingungen, ADSp, σήμερα ιδίως η έκδοση ADSp 2017. Οι όροι αυτοί δεν αποτελούν νόμο, αλλά γενικούς συμβατικούς όρους, οι οποίοι εφαρμόζονται μόνο εφόσον έχουν ενσωματωθεί έγκυρα στη σύμβαση.
Στο ελληνικό δίκαιο, η σύμβαση διαμεταφοράς δεν είναι πλήρως και ενιαία κωδικοποιημένη. Αντιμετωπίζεται συχνά ως μικτή σύμβαση, με στοιχεία εντολής, παροχής υπηρεσιών, παραγγελίας, μεταφοράς και ενίοτε αποθήκευσης. Εφαρμόζονται κατά περίπτωση οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα, του Εμπορικού Νόμου, ειδικών νόμων και διεθνών συμβάσεων.
Βασική διάκριση
Η βασική διάκριση είναι η εξής:
- Ο μεταφορέας αναλαμβάνει την ίδια τη φυσική μεταφορά των αγαθών και οφείλει το μεταφορικό αποτέλεσμα.
- Ο διαμεταφορέας αναλαμβάνει κυρίως την οργάνωση της μεταφοράς, δηλαδή τον σχεδιασμό, τον συντονισμό και τη σύναψη των αναγκαίων συμβάσεων.
Ωστόσο, στην πράξη τα όρια μπορεί να είναι ρευστά. Εάν ο διαμεταφορέας αναλάβει ο ίδιος την εκτέλεση της μεταφοράς ή εμφανιστεί έναντι του πελάτη ως υπεύθυνος για το συνολικό μεταφορικό αποτέλεσμα, μπορεί να ευθύνεται όπως ο μεταφορέας.
3. Πολυτροπική και συνδυασμένη μεταφορά — §§ 452–452d HGB
Η πολυτροπική ή συνδυασμένη μεταφορά αφορά τη μεταφορά αγαθών με περισσότερα του ενός μέσα μεταφοράς, για παράδειγμα οδική και θαλάσσια μεταφορά, οδική και σιδηροδρομική μεταφορά ή συνδυασμό οδικής, σιδηροδρομικής, αεροπορικής και θαλάσσιας μεταφοράς.
Στο γερμανικό δίκαιο, οι ειδικές διατάξεις των §§ 452–452d HGB εφαρμόζονται όταν υπάρχει ενιαία σύμβαση μεταφοράς που προβλέπει μεταφορά με διαφορετικά μέσα και όταν, εάν είχαν συναφθεί χωριστές συμβάσεις για κάθε τμήμα, θα εφαρμόζονταν διαφορετικά νομικά καθεστώτα.
Επομένως, πρέπει να διακρίνονται δύο περιπτώσεις:
1. Ενιαία πολυτροπική σύμβαση μεταφοράς
Εφαρμόζονται οι ειδικοί κανόνες των §§ 452 επ. HGB, με ιδιαίτερη σημασία ως προς την ευθύνη του μεταφορέα και τον εντοπισμό του τμήματος στο οποίο επήλθε η ζημία.
2. Χωριστές συμβάσεις για κάθε μεταφορικό τμήμα
Κάθε επιμέρους τμήμα κρίνεται κατά τους κανόνες που ισχύουν για το αντίστοιχο μέσο μεταφοράς, π.χ. CMR για οδική διεθνή μεταφορά, CIM για σιδηροδρομική μεταφορά ή κανόνες ναυτικού δικαίου για θαλάσσια μεταφορά.
Στην πρακτική των logistics, η συνδυασμένη μεταφορά πραγματοποιείται συχνά με εμπορευματοκιβώτια — containers — ή άλλες μονάδες φόρτωσης, οι οποίες επιτρέπουν τη μετακίνηση των εμπορευμάτων χωρίς εκφόρτωση και επαναφόρτωση του ίδιου του φορτίου.
Διακρίνονται ιδίως:
· αυτοτελείς ή ανεξάρτητες μονάδες φόρτωσης, όπως εμπορευματοκιβώτια ή ρυμουλκούμενα, που μπορούν να μεταφερθούν με διαφορετικά μέσα,
· μη αυτοτελείς μονάδες, οι οποίες απαιτούν εξωτερικά μέσα χειρισμού ή ειδικό εξοπλισμό.
Η ύπαρξη μίας ενιαίας σύμβασης δεν είναι απαραίτητη από τεχνική άποψη για να πραγματοποιηθεί συνδυασμένη μεταφορά. Είναι όμως κρίσιμη από νομική άποψη, ιδίως για την εφαρμογή των §§ 452 επ. HGB.
4. Συμβάσεις αποθήκευσης
Στη Γερμανία, οι συμβάσεις αποθήκευσης ρυθμίζονται στα §§ 467 επ. HGB. Με τη σύμβαση αποθήκευσης, ο αποθηκευτής αναλαμβάνει την υποχρέωση να παραλάβει, να φυλάξει και να αποδώσει αγαθά, ενώ ο αποθέτης ή πελάτης υποχρεούται να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή.
Οι υπηρεσίες αποθήκευσης αποτελούν μορφή φύλαξης και συχνά περιλαμβάνουν:
- παραλαβή αγαθών,
- αποθήκευση,
- μεταφόρτωση,
- διαλογή,
- συσκευασία,
- προετοιμασία αποστολής,
- παράδοση ή διάθεση των εμπορευμάτων.
Οι συμβάσεις αποθήκευσης καθορίζουν συνήθως:
- το είδος και τη φύση των αγαθών,
- την ποσότητα και το βάρος,
- τη συσκευασία,
- τις απαιτήσεις χειρισμού,
- τον χρόνο και τρόπο αποθήκευσης,
- τις συνθήκες φύλαξης,
- τα έγγραφα που πρέπει να προσκομιστούν,
- την ασφάλιση,
- την αμοιβή,
- την ευθύνη για απώλεια ή βλάβη.
Το HGB ρυθμίζει επίσης ζητήματα όπως:
- αποδεικτικά ή τίτλοι αποθήκευσης,
- ευθύνη του αποθηκευτή,
- δικαιώματα επίσχεσης και ενέχυρα,
- παραγραφή αξιώσεων.
Στην Ελλάδα, η αποθήκευση μπορεί να υπάγεται στις διατάξεις του Αστικού Κώδικα για την παρακαταθήκη, ιδίως στα άρθρα 822 επ. ΑΚ, καθώς και σε ειδικές διατάξεις. Ιδιαίτερη σημασία μπορεί να έχει ο ν. 3077/1954 για τις γενικές αποθήκες, καθώς και η νομοθεσία για την εφοδιαστική αλυσίδα και τα logistics, ιδίως ο ν. 4302/2014, ανάλογα με τη φύση της δραστηριότητας.
5. Θαλάσσιο μεταφορικό δίκαιο
Στη Γερμανία, το θαλάσσιο εμπορικό δίκαιο περιλαμβάνεται στα §§ 476 επ. HGB. Οι διατάξεις αυτές ρυθμίζουν, μεταξύ άλλων, τη θαλάσσια μεταφορά εμπορευμάτων, τη ναύλωση, τη φορτωτική, την ευθύνη του θαλάσσιου μεταφορέα και συναφή ζητήματα.
Στην Ελλάδα, το θαλάσσιο ιδιωτικό δίκαιο ρυθμίζεται ιδίως από τον Κώδικα Ιδιωτικού Ναυτικού Δικαίου, όπως ισχύει μετά τον ν. 5020/2023, καθώς και από διεθνείς συμβάσεις και ειδικές διατάξεις.
Στο θαλάσσιο εμπόριο η συμβατική ελευθερία έχει σημαντικό ρόλο. Ωστόσο, περιορίζεται από αναγκαστικού δικαίου κανόνες, ιδίως όταν εκδίδεται φορτωτική ή άλλο έγγραφο μεταφοράς που εμπίπτει σε διεθνείς συμβάσεις.
Ιδιαίτερη σημασία έχουν οι κανόνες της Χάγης και της Χάγης-Βίσμπυ, εφόσον εφαρμόζονται κατά περίπτωση. Οι κανόνες αυτοί ρυθμίζουν κυρίως την ευθύνη του θαλάσσιου μεταφορέα έναντι του φορτωτή ή του νόμιμου κομιστή της φορτωτικής.
Η εφαρμογή διεθνών κανόνων στη θαλάσσια μεταφορά εξαρτάται από παράγοντες όπως:
- ο τόπος φόρτωσης,
- ο τόπος εκφόρτωσης,
- το εφαρμοστέο δίκαιο,
- η ύπαρξη φορτωτικής,
- η σημαία του πλοίου,
- η χώρα κύρωσης της οικείας σύμβασης,
- οι συμβατικοί όροι.
6. Δίκαιο ασφάλισης μεταφορών
Η ασφάλιση μεταφορών περιλαμβάνει κυρίως:
- την ασφάλιση των εμπορευμάτων κατά τη μεταφορά,
- την ασφάλιση ευθύνης του μεταφορέα ή διαμεταφορέα,
- την ασφάλιση του ίδιου του μεταφορικού μέσου, όπως φορτηγού, πλοίου, αεροσκάφους ή σιδηροδρομικού υλικού.
Στο γερμανικό δίκαιο, εφαρμόζεται ο Νόμος περί Ασφαλιστικής Σύμβασης — Versicherungsvertragsgesetz, VVG. Η ασφάλιση μεταφορών ρυθμίζεται ιδίως στα §§ 130 επ. VVG.
Η ασφάλιση εμπορευμάτων προστατεύει το φορτίο κατά τη διάρκεια της μεταφοράς. Αντίθετα, η ασφάλιση σώματος ή hull insurance καλύπτει το ίδιο το μεταφορικό μέσο, όπως πλοίο ή όχημα.
Στην πράξη χρησιμοποιούνται συχνά τυποποιημένοι ασφαλιστικοί όροι, όπως οι γερμανικοί όροι DTV για ασφαλίσεις μεταφορών και ευθύνης. Οι όροι αυτοί εφαρμόζονται μόνο εφόσον έχουν συμφωνηθεί στη συγκεκριμένη ασφαλιστική σύμβαση.
Στην Ελλάδα, η ασφαλιστική σύμβαση ρυθμίζεται κυρίως από τον ν. 2496/1997, ενώ για θαλάσσιες ασφαλίσεις πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και οι ειδικές διατάξεις του ναυτικού δικαίου, καθώς και οι συμβατικοί ασφαλιστικοί όροι που συμφωνούνται κάθε φορά.
7. Διεθνές δίκαιο μεταφορών
Στις διεθνείς μεταφορές εμπορευμάτων, οι εθνικές διατάξεις του γερμανικού ή ελληνικού δικαίου συχνά υποχωρούν έναντι διεθνών συμβάσεων. Οι σημαντικότερες είναι οι ακόλουθες.
CMR — Διεθνής οδική μεταφορά εμπορευμάτων
Η CMR — Convention on the Contract for the International Carriage of Goods by Road — εφαρμόζεται υποχρεωτικά στις διεθνείς οδικές μεταφορές εμπορευμάτων έναντι αμοιβής, όταν ο τόπος παραλαβής και ο τόπος παράδοσης βρίσκονται σε διαφορετικά κράτη και τουλάχιστον ένα από αυτά είναι συμβαλλόμενο κράτος.
Η Γερμανία και η Ελλάδα είναι συμβαλλόμενα μέρη της CMR.
Η CMR ρυθμίζει ιδίως:
- τη σύναψη και απόδειξη της σύμβασης μεταφοράς,
- το δελτίο αποστολής CMR,
- τις υποχρεώσεις αποστολέα, μεταφορέα και παραλήπτη,
- την ευθύνη του μεταφορέα για απώλεια, βλάβη ή καθυστέρηση,
- τα όρια αποζημίωσης,
- την παραγραφή αξιώσεων.
Το δελτίο αποστολής CMR έχει μεγάλη αποδεικτική σημασία. Ωστόσο, η έλλειψη, απώλεια ή πλημμελής σύνταξή του δεν θίγει κατ’ αρχήν την ύπαρξη ή την εγκυρότητα της σύμβασης μεταφοράς, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της CMR.
Η CMR μπορεί να έχει σημασία και σε ορισμένες περιπτώσεις συνδυασμένης μεταφοράς, ιδίως όταν οδικό όχημα με το φορτίο του μεταφέρεται για τμήμα της διαδρομής με άλλο μέσο, όπως πλοίο ή σιδηρόδρομο. Σε τέτοιες περιπτώσεις πρέπει να εξετάζεται ειδικά το άρθρο 2 CMR και ο τόπος ή τρόπος επέλευσης της ζημίας.
COTIF / CIM — Διεθνής σιδηροδρομική μεταφορά
Η COTIF — Convention concerning International Carriage by Rail — είναι διεθνής σύμβαση που ρυθμίζει τις διεθνείς σιδηροδρομικές μεταφορές και έχει θεσπίσει τον Διακυβερνητικό Οργανισμό Διεθνών Σιδηροδρομικών Μεταφορών — OTIF, με έδρα τη Βέρνη.
Για τη μεταφορά εμπορευμάτων εφαρμόζονται ιδίως οι κανόνες CIM, οι οποίοι αποτελούν Παράρτημα της COTIF.
Οι κανόνες CIM ρυθμίζουν μεταξύ άλλων:
- τη σιδηροδρομική φορτωτική,
- την ευθύνη του σιδηροδρομικού μεταφορέα,
- τη ζημία από απώλεια ή βλάβη των εμπορευμάτων,
- τη ζημία λόγω καθυστέρησης,
- την άσκηση αξιώσεων,
- την παραγραφή.
Τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως η Γερμανία και η Ελλάδα, δεσμεύονται επίσης από το δίκαιο της ΕΕ, το οποίο μπορεί να επηρεάζει ή να συμπληρώνει το διεθνές σιδηροδρομικό δίκαιο.
Σύμβαση της Βαρσοβίας και Σύμβαση του Μόντρεαλ — Αεροπορικές μεταφορές
Η Σύμβαση της Βαρσοβίας του 1929 αποτέλεσε την ιστορική βάση του διεθνούς δικαίου αεροπορικών μεταφορών.
Σήμερα, στις περισσότερες διεθνείς αεροπορικές μεταφορές εφαρμόζεται η Σύμβαση του Μόντρεαλ του 1999, η οποία έχει αντικαταστήσει σε μεγάλο βαθμό το σύστημα της Βαρσοβίας.
Η Σύμβαση του Μόντρεαλ ρυθμίζει:
- τη διεθνή αεροπορική μεταφορά επιβατών,
- τη μεταφορά αποσκευών,
- τη μεταφορά φορτίου,
- την ευθύνη του αερομεταφορέα,
- τα όρια αποζημίωσης,
- τα έγγραφα μεταφοράς,
- την παραγραφή.
Η Γερμανία και η Ελλάδα είναι συμβαλλόμενα μέρη της Σύμβασης του Μόντρεαλ.
Στο πλαίσιο της παρούσας επισκόπησης ενδιαφέρει κυρίως η εφαρμογή της στη διεθνή αεροπορική μεταφορά εμπορευμάτων.
CMNI — Διεθνής μεταφορά μέσω εσωτερικών πλωτών οδών
Η CMNI — Budapest Convention on the Contract for the Carriage of Goods by Inland Waterway — εφαρμόζεται σε διεθνείς μεταφορές εμπορευμάτων μέσω εσωτερικών πλωτών οδών, όταν ο τόπος παραλαβής και ο τόπος παράδοσης βρίσκονται σε διαφορετικά κράτη και τουλάχιστον ένα από αυτά είναι συμβαλλόμενο μέρος της σύμβασης.
Η CMNI ρυθμίζει ιδίως:
- τις υποχρεώσεις του μεταφορέα,
- τα έγγραφα μεταφοράς,
- την ευθύνη για απώλεια, βλάβη ή καθυστέρηση,
- τους λόγους απαλλαγής,
- την παραγραφή.
Η Γερμανία είναι συμβαλλόμενο μέρος της CMNI. Η πρακτική σημασία της στην Ελλάδα είναι περιορισμένη, λόγω της περιορισμένης χρήσης εσωτερικών πλωτών οδών για διεθνείς εμπορευματικές μεταφορές.
Στη Γερμανία, οι διατάξεις των §§ 407 επ. HGB εφαρμόζονται συμπληρωματικά, εφόσον δεν υπερισχύουν ειδικοί κανόνες της CMNI.
Κανόνες της Χάγης και Χάγης-Βίσμπυ — Θαλάσσιες μεταφορές
Η Διεθνής Σύμβαση των Βρυξελλών του 1924 για την ενοποίηση ορισμένων κανόνων σχετικά με τις φορτωτικές, γνωστή ως Κανόνες της Χάγης, καθώς και τα μεταγενέστερα Πρωτόκολλα, γνωστά ως Κανόνες Χάγης-Βίσμπυ, καθιερώνουν ενιαίους κανόνες για την ευθύνη του θαλάσσιου μεταφορέα.
Οι κανόνες αυτοί εφαρμόζονται κυρίως όταν εκδίδεται φορτωτική ή παρόμοιος τίτλος μεταφοράς και ρυθμίζουν ιδίως:
- την ευθύνη του μεταφορέα για απώλεια ή βλάβη των εμπορευμάτων,
- τις υποχρεώσεις επιμέλειας ως προς την αξιοπλοΐα του πλοίου,
- τους λόγους απαλλαγής του μεταφορέα,
- τα όρια ευθύνης,
- την παραγραφή.
Στην Ελλάδα έχουν ιδιαίτερη σημασία οι κανόνες Χάγης-Βίσμπυ, ενώ στη Γερμανία το θαλάσσιο εμπορικό δίκαιο του HGB περιέχει σύγχρονες ρυθμίσεις που πρέπει να εξετάζονται μαζί με τυχόν εφαρμοστέες διεθνείς συμβάσεις και συμβατικούς όρους.
Οι Κανόνες του Ρότερνταμ δεν έχουν τεθεί σε ευρεία διεθνή εφαρμογή και δεν αποτελούν σήμερα το βασικό εφαρμοστέο καθεστώς στις περισσότερες θαλάσσιες μεταφορές.
8. Συμπέρασμα
Το δίκαιο των μεταφορών είναι έντονα διεθνοποιημένο. Παρότι το γερμανικό HGB περιέχει εκτενείς και συστηματικές ρυθμίσεις για τη μεταφορά, τη διαμεταφορά, την αποθήκευση και τη θαλάσσια μεταφορά, στις διεθνείς συναλλαγές εφαρμόζονται συχνά κατά προτεραιότητα διεθνείς συμβάσεις.
Στην Ελλάδα, το νομικό πλαίσιο είναι περισσότερο κατακερματισμένο και βασίζεται σε συνδυασμό παλαιότερων εμπορικών διατάξεων, Αστικού Κώδικα, ειδικών νόμων, ναυτικού δικαίου και διεθνών συμβάσεων.
Για κάθε συγκεκριμένη μεταφορά πρέπει να εξετάζονται ιδίως:
- το είδος του μεταφορικού μέσου,
- εάν η μεταφορά είναι εθνική ή διεθνής,
- ο τόπος παραλαβής και παράδοσης,
- το εφαρμοστέο δίκαιο,
- η ύπαρξη φορτωτικής ή άλλου εγγράφου μεταφοράς,
- η ύπαρξη γενικών όρων συναλλαγών,
- τυχόν ασφαλιστική κάλυψη,
- η εφαρμογή διεθνών συμβάσεων.

