Λόγοι, διαδικασία και συνέπειες της λύσεως ανώνυμης εταιρίας
Ο νόμος 4548/2018 για τις ανώνυμες εταιρείες περιέχει τις βασικές διατάξεις (ιδίως στα άρθρα 164 επ.) σχετικά με τη λύση και την εκκαθάριση μιας ανώνυμης εταιρείας (ΑΕ). Μια ΑΕ μπορεί να λυθεί είτε για αναγκαστικούς λόγους (π.χ. πτώχευση, δικαστική απόφαση) είτε οικειοθελώς με απόφαση των μετόχων.
Λόγοι λύσης
Σε περίπτωση που το σύνολο των ιδίων κεφαλαίων της ΑΕ γίνει κατώτερο από το μισό (1/2) του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου, το διοικητικό συμβούλιο υποχρεούται (βάσει του άρ. 119 Ν. 4548/2018) να συγκαλέσει τη γενική συνέλευση εντός έξι μηνών από τη λήξη της χρήσης, προκειμένου να αποφασίσει τη λύση της εταιρείας ή την υιοθέτηση άλλου μέτρου (π.χ. αύξηση κεφαλαίου).
Το άρθρο 164 του Ν. 4548/2018 απαριθμεί τους γενικούς λόγους λύσης, οι οποίοι είναι:
- Η πάροδος του χρόνου διάρκειας της εταιρείας που ορίζεται στο καταστατικό (εκτός αν αποφασιστεί η παράτασή της).
- Η απόφαση της γενικής συνέλευσης που λαμβάνεται με αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία.
- Η κήρυξη της εταιρείας σε πτώχευση.
- Η απόρριψη της αίτησης πτώχευσης λόγω ανεπάρκειας της περιουσίας του οφειλέτη για την κάλυψη των εξόδων της διαδικασίας.
Κατά το άρθρο 165, μια εταιρεία μπορεί να λυθεί με δικαστική απόφαση έπειτα από αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον, εάν:
- Κατά τη σύσταση της εταιρείας δεν καταβλήθηκε το κεφάλαιο που ορίστηκε.
- Η εταιρεία δεν έχει το ελάχιστο κεφάλαιο που ορίζεται κάθε φορά από τον νόμο.
- Το σύνολο των ιδίων κεφαλαίων της εταιρείας καταστεί κατώτερο του 1/10 του μετοχικού κεφαλαίου και η γενική συνέλευση δεν λάβει μέτρα.
- Η εταιρεία δεν έχει υποβάλει προς καταχώριση στο Γ.Ε.ΜΗ. εγκεκριμένες οικονομικές καταστάσεις δύο (2) τουλάχιστον συνεχών διαχειριστικών χρήσεων.
Επιπλέον (άρθρο 166), η ΑΕ μπορεί να λυθεί με δικαστική απόφαση έπειτα από αγωγή μετόχου ή μετόχων που εκπροσωπούν τουλάχιστον το 1/3 του καταβεβλημένου κεφαλαίου, εάν υφίσταται σπουδαίος λόγος που, κατά τρόπο προφανή και μόνιμο, καθιστά τη συνέχιση της εταιρείας αδύνατη. Σπουδαίος λόγος υφίσταται ιδίως εάν, λόγω ίσων συμμετοχών (deadlock), η εκλογή διοικητικού συμβουλίου είναι αδύνατη ή η εταιρεία δεν μπορεί να λειτουργήσει.
Εκκαθάριση της εταιρείας
Πλην της περίπτωσης της πτώχευσης (οπότε ακολουθείται η διαδικασία του πτωχευτικού νόμου), τη λύση της εταιρείας ακολουθεί υποχρεωτικά η εκκαθάριση. Με την απόφαση της γενικής συνέλευσης που αποφασίζει τη λύση της εταιρείας ορίζονται και οι εκκαθαριστές.
Κατά τη διαδικασία της εκκαθάρισης, οι εκκαθαριστές πρέπει να διενεργήσουν απογραφή της εταιρικής περιουσίας. Σκοπός τους είναι η ρευστοποίηση της περιουσίας, η είσπραξη των απαιτήσεων της εταιρείας από τρίτους και η εξόφληση των υποχρεώσεών της. Σημαντικές ενέργειες περιλαμβάνουν την εκποίηση περιουσιακών στοιχείων και τον τερματισμό ενεργών συμβάσεων.
Οι εμπορικές εργασίες της εταιρείας επιτρέπεται να συνεχιστούν μόνο στον βαθμό που εξυπηρετούν τις ανάγκες της εκκαθάρισης. Με το πέρας των εργασιών, συντάσσεται και δημοσιεύεται στο Γ.Ε.ΜΗ. ο τελικός ισολογισμός εκκαθάρισης, το τυχόν υπόλοιπο διανέμεται στους μετόχους, και η εταιρεία δηλώνει τη διακοπή των εργασιών της στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., διαγράφεται από το Γ.Ε.ΜΗ. και παύει να υφίσταται νομικά.
Πτώχευση της εταιρείας
Βάσει του νέου νομοθετικού πλαισίου (Ν. 4738/2020), αντικειμενική προϋπόθεση για την κήρυξη της πτώχευσης είναι η περιέλευση της εταιρείας σε κατάσταση παύσης πληρωμών, δηλαδή σε μόνιμη και γενική αδυναμία εκπλήρωσης των ληξιπρόθεσμων χρηματικών υποχρεώσεών της. Μια πρόσκαιρη ταμειακή δυσκολία δεν δικαιολογεί την πτώχευση. Ωστόσο, μια εταιρεία με περιουσιακά στοιχεία μεγάλης αξίας αλλά πλήρη έλλειψη ρευστότητας μπορεί να πτωχεύσει.
Η πτωχευτική διαδικασία ανοίγει είτε με αίτηση της ίδιας της εταιρείας είτε με αίτηση πιστωτή της. Βάσει του άρθρου 79 του Ν. 4738/2020, η εταιρεία έχει υποχρέωση να υποβάλει αίτηση πτώχευσης το αργότερο εντός τριάντα (30) ημερών από την ημέρα που περιήλθε σε κατάσταση παύσης πληρωμών.
Το πτωχευτικό δικαστήριο ελέγχει τη συνδρομή των προϋποθέσεων. Εφόσον αυτές δεν συντρέχουν, ή εάν η περιουσία δεν επαρκεί ούτε για τα έξοδα της διαδικασίας, η αίτηση απορρίπτεται.
Πριν από την πτώχευση, ο Ν. 4738/2020 παρέχει τη δυνατότητα υπαγωγής στη διαδικασία εξυγίανσης (η οποία έχει αντικαταστήσει το παλαιό «άρθρο 99»). Στόχος της διαδικασίας αυτής είναι η διατήρηση, αξιοποίηση και αναδιάρθρωση της επιχείρησης μέσω της επικύρωσης μιας Συμφωνίας Εξυγίανσης μεταξύ της εταιρείας και των πιστωτών της, προκειμένου να αποτραπεί η πτώχευση.
Σύγκριση διαδικασίας πτώχευσης και λύσης/εκκαθάρισης
Οι διαφορές μεταξύ της οικειοθελούς λύσης/εκκαθάρισης και της πτώχευσης είναι θεμελιώδεις. Η λύση και εκκαθάριση μπορεί να αποφασιστεί ελεύθερα από τους μετόχους ανά πάσα στιγμή, για καθαρά επιχειρηματικούς λόγους (π.χ. αλλαγή επιχειρηματικού σχεδιασμού), χωρίς να απαιτείται η συνδρομή αδυναμίας πληρωμών. Η εκκαθάριση διεξάγεται από τους εκκαθαριστές που ορίζει η εταιρεία, χωρίς την ανάμειξη του δικαστηρίου.
Αντίθετα, η πτώχευση προϋποθέτει υποχρεωτικά την παύση πληρωμών και κηρύσσεται με δικαστική απόφαση. Στην πτώχευση, η διοίκηση της περιουσίας αφαιρείται από την εταιρεία και ανατίθεται σε τρίτο πρόσωπο (τον σύνδικο πτώχευσης), ενώ η διαδικασία έχει κατά κανόνα αρνητικές επιπτώσεις στη φήμη και την εμπορική αξία της επιχείρησης.

