Η διασυνοριακή είσπραξη απαιτήσεων και η αναγκαστική εκτέλεση με στοιχείο αλλοδαπότητας σε σχέση με την Ελλάδα – συμπεριλαμβανομένων, ιδίως, υποθέσεων που συνδέουν τη Γερμανία και την Ελλάδα – συνιστούν ευρύ πεδίο πρακτικής.
Το αν η αγωγή πληρωμής στο εξωτερικό ή η διασυνοριακή διαδικασία διαταγής πληρωμής αποτελεί την κατάλληλη οδό αποφασίζεται κατά περίπτωση, σταθμίζοντας οικονομικά κριτήρια όπως διάρκεια, κόστος, εθνικές ιδιαιτερότητες, καθώς και δικονομικά και ουσιαστικά νομικά κριτήρια.
Αναγνώριση και εκτέλεση: η κατάργηση της διαδικασίας κήρυξης εκτελεστότητας
Η εκτέλεση γερμανικών δικαστικών αποφάσεων και τίτλων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις στην Ελλάδα διέπεται σήμερα κυρίως από τον Κανονισμό Βρυξέλλες Ια (ΕΕ) αριθ. 1215/2012, ο οποίος έχει αντικαταστήσει τον προγενέστερο Κανονισμό Βρυξέλλες Ι (ΕΚ) αριθ. 44/2001 από τις 10 Ιανουαρίου 2015. Η βασική αλλαγή είναι ότι η προγενέστερη διαδικασία κήρυξης εκτελεστότητας (exequatur) – η χωριστή κήρυξη εκτελεστότητας αλλοδαπού τίτλου από ελληνικό δικαστήριο πριν από την εκτέλεσή του – έχει καταργηθεί πλήρως. Βάσει του άρθρου 39 του Κανονισμού Βρυξέλλες Ια, απόφαση εκδοθείσα στη Γερμανία και εκτελεστή εκεί είναι απευθείας εκτελεστή στην Ελλάδα χωρίς να απαιτείται καμία κήρυξη εκτελεστότητας – αλλοδαπός τίτλος εκτελείται υπό τους ίδιους όρους με εγχώριο ελληνικό τίτλο. Το ίδιο ισχύει, κατ’ αρχήν, και για δημόσια έγγραφα και δικαστικούς συμβιβασμούς.
Ο οφειλέτης δεν μπορεί πλέον να προβάλει αντιρρήσεις προληπτικά, αλλά μόνο εκ των υστέρων: μπορεί να υποβάλει αίτηση στο αρμόδιο ελληνικό δικαστήριο για άρνηση εκτέλεσης (άρθρο 46 του Κανονισμού Βρυξέλλες Ια), επικαλούμενος ουσιαστικά τους ίδιους περιορισμένους λόγους που προηγουμένως απέκλειαν την κήρυξη εκτελεστότητας – ιδίως παραβίαση της ελληνικής δημόσιας τάξης, μη προσήκουσα ή εκπρόθεσμη επίδοση του εισαγωγικού της δίκης εγγράφου σε εναγόμενο που δεν παρέστη, ασυμβίβαστο με απόφαση που έχει ήδη εκδοθεί στην Ελλάδα, ή παραβίαση των κανόνων δικαιοδοσίας σε ασφαλιστικές, καταναλωτικές, ή εργατικές υποθέσεις. Ο δανειστής χρειάζεται μόνο να υποβάλει αντίγραφο της απόφασης και το πιστοποιητικό που προβλέπεται στο άρθρο 53 του Κανονισμού Βρυξέλλες Ια, εκδοθέν από το δικαστήριο προέλευσης• η νομική εκπροσώπηση είναι επίσης υποχρεωτική στην Ελλάδα για τον σκοπό αυτό. Καθώς τα ελληνικά δικαστήρια απαιτούν τακτικά μεταφράσεις των εγγράφων στην πράξη, συνιστάται η επισύναψή τους εξαρχής.
Για ζητήματα προσωπικής κατάστασης, οικογενειακού δικαίου, και κληρονομικού δικαίου – τα οποία δεν καλύπτονται από τον Κανονισμό Βρυξέλλες Ια – παραμένει σχετική η Γερμανοελληνική Συμφωνία της 4ης Νοεμβρίου 1961 για την αμοιβαία αναγνώριση και εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων.
Το Ευρωπαϊκό Εκτελεστό Τίτλο για μη αμφισβητούμενες απαιτήσεις
Για μη αμφισβητούμενες απαιτήσεις (συμπεριλαμβανομένων αποφάσεων αναγνώρισης, εκτελεστικών αποφάσεων, και ερήμην αποφάσεων, καθώς και συμβολαιογραφικών αναγνωρίσεων χρέους), ο Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 805/2004 για τον Ευρωπαϊκό Εκτελεστό Τίτλο εξακολουθεί να υφίσταται παράλληλα, επιτρέποντας άμεση εκτέλεση χωρίς καμία ενδιάμεση διαδικασία. Ωστόσο, καθώς η διαδικασία κήρυξης εκτελεστότητας καταργήθηκε για όλους τους τίτλους με τον Κανονισμό Βρυξέλλες Ια, το χωριστό αυτό εργαλείο έχει απολέσει μεγάλο μέρος της πρακτικής σημασίας του, καθώς οι «συνήθεις» τίτλοι είναι πλέον ομοίως εκτελεστοί χωρίς ενδιάμεση διαδικασία• παραμένει, ωστόσο, σχετικό ιδίως για απευθείας συναλλαγές με τη Δανία, η οποία δεν συμμετέχει στον Κανονισμό Βρυξέλλες Ια.
Η αναγκαστική εκτέλεση στην πράξη
Ακόμη και μετά την κατάργηση της διαδικασίας κήρυξης εκτελεστότητας, παραμένουν πρακτικά εμπόδια: οι οφειλέτες δεν σπανίως προβάλλουν αντιρρήσεις σχετικά με την επίδοση ή τυπικά ελαττώματα και κάνουν χρήση κάθε διαθέσιμου ένδικου βοηθήματος για την καθυστέρηση της διαδικασίας. Βάσει του άρθρου 982 του Ελληνικού Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠολΔ), μισθοί, συντάξεις, και παροχές κοινωνικής ασφάλισης εξαιρούνται, κατ’ αρχήν, από κατάσχεση εκ μέρους απλών ιδιωτών δανειστών, με την επιφύλαξη περιορισμένων εξαιρέσεων, συμπεριλαμβανομένων αξιώσεων διατροφής ανηλίκων τέκνων ή συζύγου, και ορισμένων απαιτήσεων του δημοσίου και φορέων κοινωνικής ασφάλισης• το εισόδημα αυτοαπασχολούμενων προσώπων είναι, εξάλλου, συχνά δυσδιάκριτο. Ομοίως, περιουσιακά στοιχεία μεταβιβάζονται ενίοτε σε τρίτους εν όψει επικείμενης εκτέλεσης, κατά της οποίας ο δανειστής μπορεί τότε να στραφεί μόνο μέσω τακτικής δικαστικής διαδικασίας.
Πρακτική σημείωση: Πριν από την κίνηση διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης στην Ελλάδα, θα πρέπει πάντοτε να ανατίθεται σε Έλληνα δικηγόρο με εμπειρία σε ζητήματα είσπραξης απαιτήσεων ο έλεγχος της πραγματικής οικονομικής κατάστασης του οφειλέτη, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι υπάρχουν καν ρεαλιστικά εκτελέσιμα περιουσιακά στοιχεία.
Συχνές Ερωτήσεις
Πώς αποκτάται το απόγραφο εκτέλεσης για ελληνικούς τίτλους;
Προκειμένου νομικός τίτλος – όπως δικαστική απόφαση – να εκτελεστεί αναγκαστικά στην Ελλάδα, πρέπει πρώτα να αποκτηθεί εκτελεστό αντίγραφο. Βάσει του άρθρου 918 του Ελληνικού Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, το λεγόμενο απόγραφο σημειώνεται στο τέλος του αντιγράφου της απόφασης. Αποτελεί την τυπική προϋπόθεση για να διεξαχθεί καν εκτέλεση βάσει τίτλου.
Ποιος είναι αρμόδιος για την έκδοση του απογράφου;
Η αρμοδιότητα εξαρτάται από το είδος του υποκείμενου τίτλου:
• Δικαστικές αποφάσεις: Αρμόδια είναι η γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση• στην πράξη, εκδίδεται από τον αρμόδιο γραμματέα ή τον προεδρεύοντα δικαστή.
• Συμβολαιογραφικές πράξεις: Για εκτελεστούς τίτλους που καταρτίζονται ενώπιον συμβολαιογράφου, το απόγραφο εκδίδεται από τον συμβολαιογράφο που κατέχει το πρωτότυπο έγγραφο.
• Λοιποί εκτελεστοί τίτλοι (π.χ. δικαστικοί συμβιβασμοί, διαιτητικές αποφάσεις): Και εδώ, αρμόδιος είναι ο φορέας στον οποίο τηρείται ή είναι καταχωρισμένος ο σχετικός τίτλος.
Ποια βήματα ακολουθούν μετά την έκδοση του απογράφου;
Μόλις εκδοθεί το απόγραφο, ξεκινά η τυπική διαδικασία εκτέλεσης:
• Επίδοση της επιταγής προς πληρωμή: Αντίγραφο του εκτελεστού τίτλου πρέπει να επιδοθεί στον οφειλέτη μαζί με τυπική επιταγή προς πληρωμή (άρθρο 924 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας). Η επίδοση αυτή σηματοδοτεί την τυπική έναρξη της αναγκαστικής εκτέλεσης.
• Περίοδος αναμονής: Μετά την επίδοση της επιταγής προς πληρωμή, πρέπει, κατ' αρχήν, να παρέλθουν τρεις εργάσιμες ημέρες πριν ο δικαστικός επιμελητής μπορέσει να λάβει πραγματικά μέτρα εκτέλεσης (π.χ. κατασχέσεις). Σε ορισμένες επείγουσες περιπτώσεις, το αρμόδιο δικαστήριο μπορεί να συντομεύσει την περίοδο αυτή κατόπιν αιτήσεως.
• Εντολή εκτέλεσης: Ο δανειστής δίνει στον δικαστικό επιμελητή έγγραφες οδηγίες για τη διεξαγωγή του συγκεκριμένου μέτρου εκτέλεσης (π.χ. κατάσχεση λογαριασμού, ή κατάσχεση κινητής ή ακίνητης περιουσίας).
Πώς μπορεί ο οφειλέτης να αμυνθεί κατά της εκτέλεσης;
Ο οφειλέτης διαθέτει το ένδικο βοήθημα της ανακοπής κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης (άρθρο 933 επ. του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας). Αυτή μπορεί να στρέφεται κατά:
• τυπικών ελαττωμάτων στη διαδικασία εκτέλεσης (π.χ. ελαττωματική επίδοση, ανεπίτρεπτο μέτρο εκτέλεσης), ή
• ουσιαστικών αντιρρήσεων κατά της ίδιας της απαίτησης, όπως παραγραφή, ήδη πραγματοποιηθείσα πληρωμή, ή άλλη απόσβεση της απαίτησης.
Η ανακοπή από μόνη της δεν αναστέλλει αυτομάτως την εν εξελίξει εκτέλεση. Προκειμένου να διακοπεί προσωρινά η αναγκαστική εκτέλεση ενόσω εκκρεμεί η διαδικασία της ανακοπής, απαιτείται γενικά επιπλέον αίτηση αναστολής της αναγκαστικής εκτέλεσης ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου. Η αίτηση αυτή κρίνεται γενικά από το δικαστήριο μέσω διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων.

